|
Είναι αρκετά δύσκολο για τον οποιοδήποτε να προσδιορίσει τα όρια της Επιστήμης της Πληροφορικής και Επικοινωνιών, λόγω του ότι η συγκεκριμένη επιστήμη είναι σχετικά νέα, και έχει πλήθος εφαρμογών σε άλλες επιστήμες. Από την αρχή λοιπόν παγκοσμίως συστάθηκαν οργανισμοί που προσπάθησαν να προσδιορίσουν τα όρια που διαχωρίζουν την Επιστήμη της Πληροφορικής και Επικοινωνιών από τις υπόλοιπες επιστήμες. Αυτός ο διαχωρισμός έχει και πρακτικό αντίκτυπο, καθώς μέσω αυτού του διαχωρισμού είναι δυνατόν να προσδιοριστεί σαφώς το ποιος μπορεί να εντάσσεται στον χώρο της Πληροφορικής και Επικοινωνιών.
Στην Ελλάδα, το επίσημο κράτος προσέγγισε την επιστήμη της Πληροφορικής ιδρύοντας το 1983 τμήματα ΑΕΙ και ΤΕΙ Πληροφορικής. Οι καθηγητές που στελέχωσαν στην πρώτη αυτή φάση τα συγκεκριμένα τμήματα, ήταν στην πλειοψηφία τους απόφοιτοι άλλων τμημάτων, σχετικά συναφών με την επιστήμη, όπως μαθηματικοί ή φυσικοί, οι οποίοι είχαν στην πλειονότητα τους μεταπτυχιακά ή διδακτορικά διπλώματα στην πληροφορική.
Στην συνέχεια όμως, το κράτος έδειξε την επιπολαιότητα που αντιμετωπίζει τον συγκεκριμένο τομέα μέχρι σήμερα. Με την εισαγωγή της πληροφορικής στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, έδωσε το δικαίωμα σε πλήθος αποφοίτων άλλων επιστημών, να διορίζονται σαν καθηγητές Πληροφορικής, μέσω σεμιναρίων 200 και 300 ωρών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση συμπερίληψης των αποφοίτων θεολογικών σχολών, δίνοντας έτσι στην επιστήμη της Πληροφορικής και των Επικοινωνιών μία μεταφυσική προσέγγιση. Η δικαιολογία του κράτους, ήταν ότι δεν υπήρχαν αρκετοί απόφοιτοι τμημάτων Πληροφορικής για την κάλυψη της ζήτησης των θέσεων, ενώ ουσιαστικά τους απέκλειε δίνοντας προβάδισμα στους αποφοίτους άλλων σχολών λόγω της πληρέστερης παιδαγωγικής τους κατάρτισης.
Μετά από αγώνες των αποφοίτων των τμημάτων Πληροφορικής και Επικοινωνιών ΑΕΙ & ΤΕΙ, το κράτος επαναπροσδιόρισε την έννοια της πληροφορικής στην εκπαίδευση τουλάχιστον, νομοθετώντας και προσδιορίζοντας σαφώς το πλαίσιο της επιστήμης της Πληροφορικής.
Όμως ένα νέο δεδομένο είχε προκύψει ήδη. Το κράτος από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα, προχώρησε στην ίδρυση νέων τμημάτων ΑΕΙ & ΤΕΙ, μερικά από τα οποία έχουν έμμεση σχέση με την πληροφορική, ή έχουν σχέση στον ελάχιστο βαθμό. Προέκυψαν λοιπόν μία σειρά από ερωτήματα:
1) Που θα ενταχθούν τα νέα αυτά τμήματα;
2) Με ποια κριτήρια θα προσδιοριστεί ποια τμήματα ανήκουν στην επιστήμη της Πληροφορικής και Επικοινωνιών;
Το κράτος, χωρίς να προχωρήσει σε μία επιστημονική μελέτη η οποία να ορίζει σαφώς και ξεκάθαρα τα όρια της Επιστήμης της Πληροφορικής και Επικοινωνιών όπως γίνεται στο εξωτερικό, αποφάσισε με το Π.Δ. 268/04 να ενσωματώσει στον χώρο της πληροφορικής μία σειρά από τμήματα, που έχουν ελάχιστη σχέση με τον χώρο, όπως π.χ. το τμήμα του Αυτοματισμού ή το τμήμα της Γεωπληροφορικής.
Ο ΣΤΕΜΠ μη μένοντας αμέτοχος σε όλα αυτά, κατέθεσε προσφυγή ενάντια στο ΠΔ 268/04 με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης, ώστε το υπουργείο να προχωρήσει σε μία εμπεριστατωμένη μελέτη γύρω από τον χώρο της Πληροφορικής & Επικοινωνιών και στη συνέχεια να αρχίσει να νομοθετεί βάσει αυτής. Ουσιαστικά πρόκειται για προσφυγή ενάντια στην προχειρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται ο κλάδος της Πληροφορικής στην Ελλάδα.
Ζητούμε λοιπόν από τo Υπουργείο Παιδείας να προσδιορίσει σαφώς την έννοια της επιστήμης της Πληροφορικής & Επικοινωνιών στην Ελλάδα, ώστε να μην δημιουργούνται κοινωνικές συγκρούσεις ως απόρροια των ασαφειών που εισάγονται με την αποσπασματική αντιμετώπιση του συγκεκριμένου ζητήματος.
|